καθωπλισμένως

καθωπλισμένως, Adv. [tense] pf. part. [voice] Pass. ([etym.] καθοπλίζω),
A like armed warriors, Sch.Ar.Pl.325.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθωπλισμένως — (Α) επίρρ. όπως οι οπλισμένοι πολεμιστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < καθ ωπλισμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού ρ. καθ οπλίζω] …   Dictionary of Greek

  • καθωπλισμένως — καθοπλίζω equip perf part mp masc acc pl (doric) καθωπλισμένως like armed warriors indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.